διασεισμός
διασεισμός, abuse of power, extortion
δια-σεισμός, ὁ,
- abuse of power, extortion, συκοφαντία καὶ δ. PTaur. 1v1 (ii B.C.), cf. PTeb. 43.36 (ii B.C.), POxy. 1252133 (iii A. D.).
1 abuso de poder, extorsión, intimidación
συκοφαντία καὶ δ.
περιτριβὴ καὶ δ.
μηδέ<να> δειασισμὸν (sic) πεπονθέναι ὑπὸ τοῦ Φιλέου
πονηρία καὶ διασεισμοί
δ. τῆς κώμης
εἰς δωροδοκίαν καὶ διασεισμὸν διαβάλλων τὸν Κλέωνα
2 medic. sacudimiento, sucusión
τῆς κεφαλῆς
τοῦ λίθου ... κατὰ τὸν τράχηλον ἐμφραχθέντος τῆς κύστεως τῷ διασεισμῷ
διασεισμός, ὁ, die Erschütterung, Sp. Bes. der Mißbrauch, den ein Beamter von seiner Gewalt zu Gelderpressungen u. Betrügereien macht, concussio, Schol. Ar. Eq. 1079.