Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δούς
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δουρικλυτός
δουρικμής
Δουρικορτόρα
δουρίκτητος
δουρικτητός
δουρίληπτος
δουριμανής
δουρίμαχος
Δουρίοπος
δούριος
Δούριος
δουρίπηκτος
δουρίπληκτος
Δοῦρις
Δουρίσκος
δουριτυπής
δουρίφατος
δουροδόκη
δουροδόκος
δουροθήκη
Δουροκόττορον
δουρομανής
δουροπαγής
δουρός
Δουρόστορον
δουροτόμος
Δουρότριγες
δουροφόρος
δουρρά
δούρων
δούς
δοῦσα
Δουσάρειος
Δουσαρή
Δουσαρηνοί
Δουσάρης
Δουσαριασταί
δοφλικάρις
δοχαῖος
δοχεῖον
δοχεύς
δοχεών
δοχή
δοχήϊον
δοχικός
δοχμαϊκός
δοχμαλόν
δοχμάς
δοχμή
δοχμῇσι
δοχμιάζω
δοχμιακός
δοχμικός
δόχμιος
δοχμόκορσοι
δοχμόκορσος
δοχμόλοφος
δοχμόομαι
δοχμός
δοχμόω
δοχός
…
δούς
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
δούς,
part. ao. 2 de
δίδωμι
.
δούς
ptc. aor. act.
van
δίδωμι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}