δρυοτομική Save δρυοτομική, felling of trees LSJ Bailly 2024 δρῠο-τομική (sc. τέχνη), ἡ, = foreg., Pl. Plt. 288d. δρυοτομική, ῆς (ἡ) [ῠ] s. e. τέχνη, l’art de couper le bois, Plat. Pol. 288d. Étym. δρυοτόμος.