Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δρυός
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δρυμοχαρής
δρυμόχορος
Δρυμώ
δρυμώδης
δρυμών
Δρύμων
Δρυνέμετος
δρυνός
δρυοβάλανος
δρυοβαφής
δρυογόνος
δρυόεις
δρυοκοίτας
δρυοκοίτης
δρυοκολάπτης
δρυοκόλαφον
δρυοκόλαψ
δρυοκόπος
δρυοπαγής
Δρυοπαῖος
Δρυόπες
Δρύοπες
δρυοπετής
Δρυόπη
Δρυοπηΐς
Δρυοπία
Δρυοπικός
Δρυοπίς
δρυοπτερίς
δρύος
δρυός
Δρῦος
Δρυὸς κεφαλαί
δρυοσάνδραξ
δρυοστέφανος
δρυοτομέω
δρυοτομία
δρυοτομική
δρυοτομικός
δρυοτόμος
Δρυοῦς
Δρυοῦσσα
δρυόφακτος
δρυοφόρος
δρυόφρακτος
δρύοχα
δρύοχοι
δρύοχον
δρύοχος
δρύοψ
Δρύοψ
δρυπεπής
δρυπετής
δρυπετίς
δρύπεψ
Δρυπῆτις
δρυπίς
δρυπολεῖ
δρυπολέω
Δρυπός
δρύππα
…
δρυός
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
δρυός,
gén. de
δρῦς
.
δρυός
gen. sing.
van
δρῦς.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}