εἰκελόνειρος
εἰκελόνειρος, dream-like
εἰκελόνειρος, ον,
- dream-like, ἀνέρες Ar. Av. 687 (anap.).
semejante a un sueño
ἀνέρες
εἰκελ·όνειρος, ος, ον, qui ressemble à un songe, Ar. Av. 687.
Étym. εἴκελος, ὄνειρος.
εἰκελόνειρος, traumähnlich, Ar. Av. 687, ἀνέρες.
εἰκελόνειρος
εἰκελ-όνειρος, ον
- dream-like, Ar.