εὐδινός Save LSJ Bailly 2024 Pape εὐδῑν-ός, όν, v. εὐδεινός. εὐδινός, ή, όν [ῑ] c. εὐδιεινός, Orph. H. 21, 5 ; Str. 6, 3, 9 Kram. εὐδινός, [ῑ], = εὐδιεινός, Orph. H. 21.5, wo früher εὐδεινός stand ; vgl. VLL u. Lobeck path. 190.