θαμάκι
θαμάκι, often
θᾰμᾰκῐ, (ς)
- 1often φύονται πολιαὶ θαμάκι παρὰ τὸν ἁλικίας ἐοικότα χρόνον (v. l. θαμὰ καὶ) O. 4.27 ἕπεται δέ, Θεαῖε, εὐάγων τιμὰ θαμάκις N. 10.38 ἀθρόοις ἀνδησάμενοι θαμάκις ἔρνεσιν χαίτας I. 1.28