θαμάκις
θᾰμάκῐς, Adv.
- = θαμά, Pi. I. 1.28, N. 10.38.
θαμάκις [ᾰᾰ] c. le préc. Pd. I. 1, 37 ; N. 10, 71.
Étym. θαμά, -άκις.
θαμάκις, oftmals, häufig, Pind. N. 10.38, I. 1.28 ; VLL πολλάκις, πυκνῶς. Vgl. auch θαμινάκις.
For Pindar, see also: θαμάκι
θαμάκις
= θαμά Pind.