θανατηρός
θανατηρός, poisonous
θᾰνᾰτ-ηρός, ά, όν,
- poisonous, βοτάνη Eust. 1336.20; γῆ Sch.rec. S. OT 181.
θανατηρός, tödlich, Eust. 1336.21.
θανατηρός, poisonous