About Report a problem

Menu

κάταργμα

κάταργμα, the first offerings

κάτ-αργμα, ατος, τό, only pl. κατάργματα,
  • first offerings (cf. κατάρχω II 2), χέρνιβάς τε καὶ κατάργματα E. IT 244, cf. Plu. Thes. 22.

Saved

Recent