καταργίζω
καταργίζω, to make to tarry
καταργίζω, zaudern oder zögern lassen, σπουδὴ καταργίζει πόδα Aesch. Spt. 356, nach Hermanns Conj. für καταρτίζω.
καταργίζω
- to make to tarry, v. sub ἀπαρτίζω.