κίσσινος
κίσσινος, of ivy
κίσσῐνος, η, ον,
- of ivy, E. Ba. 177, 702; κ. ποτήρ Id. Alc. 756; χρυσὸς κ. ivy-wreath of gold, Callix. 2: κίσσινον, τό, name of a plaster, Orib. Fr. 88.
κίσσινος, η, ον [σῐ] de lierre, Eur. Alc. 759, Bacch. 177, etc. ; Ath. 201c.
Étym. κισσός.
κίσσινος, von Epheu gemacht ; σκύφος Eur. bei Ath. XI.477a ; στέφανος Eur. Bacch. 701 ; Ath. V.200e u. öfter ; auch ποτήρ, Eur. Alc. 759.
κίσσῐνος
- 1of ivy ]πλοκον ς[τεφά]νων κισσίνων[ Δ. 3. 7.
κίσσινος
κίσσῐνος, η, ον
κισσός
- of ivy, Eur.