κισσηρίζω Save LSJ Bailly 2024 Pape κισσηρίζω, κίσσηρις, κισσηροειδής, κισσηρόω, incorrect forms for κισηρ-. κισσηρίζω, κίσσηρις, κισσηροειδής, κισσηροειδῶς, κισσηρόω, κισσηρώδης, v. κισηρίζω, κίσηρις, etc. κισσηρίζω, mit Bimsstein glätten, Sp.