καθυπισχνέομαι
καθυπισχνέομαι, to promise
καθυπισχνέομαι, strengthd. for ὑπισχ-, Luc. Herm. 6, Rh.Pr. 25, Hsch.
καθ·υπισχνέομαι-οῦμαι (ao. 2 καθυπεσχόμην) promettre, Luc. Herm. 6.
καθυπισχνέομαι, (ὑπισχνέομαι), versprechen, Luc. Hermot. 6 u. a.Sp.
καθυπισχνέομαι
strengthd. for ὑπισχνέομαι, Luc.