καθυποβάλλω
καθυποβάλλω, subject
καθυπο-βάλλω,
- subject, Heliod. in EN 109.20, Eust. 1406.41; τινὰς τῇ τοῦ τετραπλασίου ἀποδόσει Just. Nov. 161.1.3:—Pass., ποιναῖς ib. 134.7.
- II place underneath, τοὺς δακτύλους τῇ ἕδρᾳ Aët. 16.110 (= 100).
καθυποβάλλω, (βάλλω), ganz unterwerfen, Sp.