καινουργής
καινουργής, newly made
καινουργ-ής, ές,
- newly made, τρίποδες Sch. Il. 9.122.
καινουργής, ές, neu gemacht, Schol. Il. 9.122, Erkl. von ἄπυροι τρίποδες.
καινουργής, newly made