καινουργός
καινουργός, producing changes
καινουργ-ός, όν, (ἔργον)
- producing changes, πόλεμος Hld. 9.5; κ. βασάνων inventing new tortures, LXX 4 Ma. 11.23.
- II Pass., τὸ κ. novelty, Luc. Prom.Es 3; τῶν κολάσεων τὸ πρὸς ὠμότητα κ. Id. Cat. 26.
καινουργός, ός, όν :
1 act. qui amène du nouveau ou des changements, Hld. 9, 5 ; Jos. Macc. 11 ||
2 pass. fait à neuf, innové, Luc. Pr. 3, etc.
Étym. κ. ἔργον.
καινουργός, = καινουργής ; τὸ καινουργὸν καὶ μὴ πρός τι ἄλλο ἀρχέτυπον μεμιμημένον Luc. Prom. 3. – Auch = Neues hervorbringend, πόλεμος Hel. 9.5.
καινουργός
καιν-ουργός,
ἔργω
- producing changes: τὸ κ. a novelty, Luc.