Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καίραμα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καινότομος
καινοτροπία
καινότροπος
καινουργέω
καινούργημα
καινουργής
καινούργησις
καινουργία
καινούργιος
καινουργισμός
καινουργός
καινοφανής
καινόφιλος
καινοφραδής
καινοφωνέω
καινοφωνία
καινόφωνος
καινοχωρισμός
καινόω
καίνύκε
καίνυμαι
καίνυμι
Καῖνυς
καίνω
Καίνων
καινῶς
καίνωσις
καίπερ
καίπετος
Καιπίων
καίραμα
Καίρατος
καιρία
καιρικός
καίριμος
καιριολεκτέω
καίριος
καιρίως
καιροδαπιστής
καιρόεις
καιρομανέω
καιρονομέω
καιροπτία
καιρός
καῖρος
Καιρός
καιροσέων
καιροσκοπέω
καιροσκόπος
καιροσπάθητος
καιροτηρέω
καιροτηρησία
καιρουσσέων
καιρόφιλος
καιροφυλακέω
καιροφυλακία
καιροφυλακτέω
καιρόω
καίρωμα
καίρωσις
καιρωστίς
…
καίραμα
Save
LSJ
καίραμα·
μέρος νεός, ἢ ἀμφίεσμα,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}