κακοτεχνής
κᾰκοτεχν-ής, ές,
- = κακότεχνος, Luc. Cal. 10 (Comp.).
*κακο·τεχνής [ᾰ] seul. cp. κακοτεχνέστερος, Luc. Cal. 10, c. κακότεχνος.
κακοτεχνής, ές, = κακότεχνος, im Kompar., ζηλοτυπίαι κακοτεχνέστεραι Luc. Calumn. 12.
κακοτεχνής
κᾰκοτεχνής, ές
v. κακότεχνος fin.