κακουργικός
κακουργικός, malicious
κᾰκουργ-ικός, ή, όν,
- malicious, ἀδικήματα Arist. Rh. 1391a18.
κακουργικός, ή, όν [ᾰ] de malfaiteur, Arstt. Rhet. 2, 16.
Étym. κακοῦργος.
κακουργικός, ή, όν, dem Bösewicht eigen, ἀδικήματα οὐ κακ., ἀλλὰ τὰ μὲν ὑβριστικά, τὰ δὲ ἀκρατευτικά Arist. rhet. 2.16.
κακουργικός, ή, όν
- malicious, Arist. from κᾰκοῦργος