καρπεῖον
καρπ-εῖον, τό,
- = καρπός (A), Nic. Al. 277: pl., Ar. Fr. 177; = καρπεία, Πρακτικὰ τῆς Ἀκαδ. Ἀθηνῶν 1928.109 (Epid., iii/ii B.C.).
καρπεῖον, ου (τὸ) fruit, Nic. Al. 277 ; au pl. Ar. fr. 220.
Étym. καρπός.
καρπεῖον, τό, = καρπός, Nic. Al. 276 ; plur., Ar. bei Poll. 7.149.