κασαλβάς
κασαλβάς, a courtesan, harlot
κᾰσαλβ-άς, άδος, ἡ,
- strumpet, Ar. Ec. 1106, Fr. 478; cf. κασαύρα, κασωρίς.
κασαλβάς, άδος (ἡ) [κᾰ] courtisane, prostituée, Ar. Eccl. 1106, etc.
Étym. cf. κασαύριον.
κασαλβάς, άδος, ἡ, Ar. Eccl. 1106, u. κασάλβη, ἡ, VLL, die Hure ; nach Schol. Ar. Eq. 355 ὅτι καλοῦσι οὐκ ἔχουσαι τοὺς ἐραστάς, σοβοῦσι δὲ τοὺς ὄντας. Vgl. aber κασαύρα, κάσσα u. ä.
κασαλβάς
κᾰσαλβάς, άδος,
- a courtesan, harlot, Ar. like κάσσα