καρχαρέος
καρχᾰρ-έος, α, ον,
- = κάρχαρος, κύνες EM 493.1; cf.foreg. II.
καρχαρέος, eigtl. = καρχαλέος ; bes. bissig, von Hunden u. Wölfen, EM. 493.1, als v.l. für καρχαλέος bei Ap.Rh. u. Tryph.