καταβάσιος Save LSJ Bailly 2024 Pape κατα-βάσιος [βᾰ], ον, = καταιβάσιος, πῦρ LXX Wi. 10.6. καταβάσιος, ος, ον [βᾰ] qui descend (du ciel) Spt. Sap. 10, 6. Étym. καταβαίνω. καταβάσιος, Ζεύς, = καταιβάτης.