Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατακόπωσις
κατακόπωσις, wearying
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατάκολλος
κατακολλυβίζω
κατακολουθέω
κατακολουθητέον
κατακολουθία
κατακόλουθος
κατακολούω
κατακολπίζω
κατακόλπισις
κατακολυμβάω
κατακολυμβητής
κατακομάω
κατακομιδή
κατακομίζω
κατάκομος
κατακομπέω
κατακομπολακυθέω
κατακομψεύομαι
κατακονά
κατακονάω
κατακονδυλίζω
κατακονδύλιστος
κατακονδυλόω
κατακοντίζω
κατάκοος
κατακοπή
κατάκοπος
κατακόπτης
κατακοπτικός
κατακόπτω
κατακόπωσις
κατακορακόω
κατακορέννυμι
κατακορέω
κατακορέως
κατακορής
κατακορμάζω
κατακορμίζω
κατάκορος
κατακόρως
κατακοσμέω
κατακόσμησις
κατακοσμητέος
κατάκοσμος
κατακοτταβίζω
κατακούρην
κατάκουσις
κατακουστής
κατακούω
κατακραδαίνω
κατακράζω
κατακραιπαλάω
κατακρανία
κατάκρας
κατάκρασις
κατακρατέω
κατακράτησις
κατακρατητικός
κατακρατικός
κατακράτος
κατακραυγάζω
…
κατακόπωσις
Save
κατακόπωσις, wearying
LSJ
κατακόπωσις, εως, ἡ,
wearying,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}