κατακολυμβητής
κατακολυμβητής, diver
κατακολυμβ-ητής, οῦ, ὁ,
- diver, Arist. HA 631a31, Ath. 7.296e.
κατακολυμβητής, οῦ (ὁ) plongeur, Arstt. H.A. 9, 48 ; Ath. 296f.
κατακολυμβητής, ὁ, der Untertaucher ; Arist. H.A. 9.48 ; Ath. VII.296f.