Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοιτασμός
κοιτασμός, folding
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κοιογένεια
Κοιογενής
κοιόλης
κοῖος
Κοῖος
κοιπποίβα
Κοιράνειον
κοιράνειος
Κοιράνειος
κοιρανέω
κοιρανῇος
κοιρανία
Κοιρανίδας
κοιρανίδης
κοιρανικός
κοιρανόμοιρος
κοίρανος
Κοίρανος
Κοιρατάδας
κόϊς
Κοισύρα
κοίτα
κοιτάζομαι
κοιτάζω
Κοῖται
κοιταῖος
κοιτάξομαι
κοιτάριον
κοιτάριος
κοιτασία
κοιτασμός
κοιταστέον
κοιτατήριον
κοίτη
κοιτίδιον
κοιτίς
κοῖτος
κοιτοφθορέω
κοιτών
κοιτωνιάρχης
κοιτωνικός
κοιτώνιον
κοιτωνίς
κοιτωνίσκος
κοιτωνίτης
κοιτωνοφύλαξ
κοιφί
κοῖφι
κοκάλια
κοκκάζω
κοκκάλια
Κοκκαλίνη
κόκκαλος
κοκκάριον
Κοκκήϊος
κοκκηρός
κοκκίζω
κοκκινίζω
κοκκινοβαφής
κοκκινόβαφος
κοκκινοειδής
…
κοιτασμός
Save
κοιτασμός, folding
LSJ
κοιτ-ασμός, ὁ,
folding,
βοῶν
PMeyer
12.24 (ii A.D.), etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}