κοιτωνίσκος Save LSJ Bailly 2024 Pape κοιτων-ίσκος, ὁ, = foreg., Artem. 4.46, Procop. Aed. 1.3. κοιτωνίσκος, ου (ὁ) c. le préc. Artém. 4, 46. κοιτωνίσκος, ὁ, dim. zu κοιτών, Sp., wie Artemidor. 4.46, auch κοιτωνίς.