κοκκύμηλος
κοκκῠ-μηλος, ὁ,
- = -μηλέα, Com. (fort. Arar. 20) ap. Poll. 1.232.
κοκκύμηλος, ὁ, = κοκκυμηλέα, Poll. 1.232.
λαβὼν κοκκυμήλου καρδίας, ξύλον κράμβης, ἐρεβίνθιον
toma del corazón de un ciruelo, un tallo de col, un garbanzo