κολαστήριος
κολαστήριος, house of correction
κολ-αστήριος, ον,
- = κολαστικός, δύναμις Ph. 1.269, al.
- II Subst. κολαστήριον, τό, house of correction, Luc. Nec. 14, VH 2.30.
- 2 instrument of correction, κολαστήρια θαλάσσης, of the whips of Xerxes, Plu. Alex. fort. 2.342f.
- 3 = κόλασμα, X. Mem. 1.4.1.
κολαστήριος, zum Strafen gehörig ; Sp.