κράντης Save LSJ Bailly 2024 Pape κράν-της, ου, ὁ, = κραντήρ, [πημάτων] κ. χρόνος Lyc. 305. κράντης, ου (ὁ) c. le préc. Lyc. 305. κράντης, ὁ, = κραντήρ, Lycophr. 305.