κρανία Save LSJ Bailly 2024 Pape κραν-ία, ἡ, v. κράνεια. κρανία, ας (ἡ) [ᾰν] c. κράνεια, Hpc. Mochl. v. 3, p. 306 ; Gal. 12, 921, etc. κρανία, ἡ, = κράνεια, zw.