λάχνος
λάχνος, wool
λάχνος2, glutton
λάχνος (A), ὁ,
- = λάχνη, wool, Od. 9.445; v.l. λαχμός (c).
λάχνος (B), ὁ,
- glutton, Gloss.; cf. λάγνος, λίχνος.
λάχνος -ου, ὁ [λάχνη ] fleece, wool Od. 9.445 (v.l.).
λάχνος, ου (ὁ) toison de brebis, Od. 9, 445.
Étym. cf. λάχνη.
λάχνος, ὁ, = λάχνη, Schafwolle, Od. 9.445.
λάχνος
-ου, ὁ
[ = λάχνη.]
Wool Od. 9.445.
λάχνος = λάχνη, wool, Od. 9.445†.
λάχνος, ὁ,
= λάχνη
- wool, Od.