Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λαχανοφόρος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λαχανήτης
λαχανηφόρος
λαχανιά
λαχανίδιον
λαχανίζομαι
λαχανίζω
λαχανικός
λαχάνιον
λαχάνιος
λαχανισμός
λαχανοειδής
Λαχανοθαύμασος
λαχανοθήκη
λαχανοκομέω
λαχανοκοπικός
λάχανον
λαχανοπράτης
λαχανοπροβάλλω
λαχανόπτερος
λαχανοπωλεῖον
λαχανοπωλέω
λαχανοπώλης
λαχανοπωλήτρια
λαχανοπωλία
λαχανοπωλικός
λαχανοπώλιον
λαχανόπωλις
λαχανόσπερμον
λαχανοφαγία
λαχανοφαγίη
λαχανοφόρος
λαχανώδης
λαχανωνυμία
Λαχάρης
Λάχαρτος
λάχε
λάχεια
λαχειδής
λαχεῖν
Λάχεσις
λάχεσις
λάχη
λαχή
Λάχης
λάχησις
λαχισμός
λαχμητήριον
λαχμός
λάχνα
λαχνάεις
λαχναῖος
λάχνη
λαχνήεις
λαχνῆς
λαχνόγυιος
λαχνόομαι
λάχνος
λαχνός
λαχνόω
λαχνώδης
λάχνωσις
…
λαχανοφόρος
Save
LSJ
λαχανο-φόρος, = -ηφόρος, Sch.
Od.
7.127.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}