About
Menu

λαχνήεις

λαχνήεις, hairy, shaggy

λαχν-ήεις, Dor. λαχν-άεις, εσσα, εν, contr. λαχν-ῆς Hdn.Gr. 2.618:—
  • woolly, hairy, shaggy, Φῆρες Il. 2.743; στήθεα 18.415; στέρνα Pi. P. 1.19; συὸς δέρμα Il. 9.548; λ. ὄροφος downy, soft thatch, 24.451.

Saved

Recent