λίφαιμος
λίφαιμος, lacking blood
λῐφαιμ-ος, ον,
- lacking blood, Emp. 100.1; pallid, Hp. Mul. 2.119, 125.
λί̆φαιμος -ον [λείπω , αἷμα ] anemic, pale Emped. B 100.1 Hp. Mul. 2.119.
λίφαιμος, = λείφαιμος, s. λιφαιμέω.