λαλοβαρυπαραμελορυθμοβάτης
λαλοβαρυπαραμελορυθμοβάτης, heavygoing discordant talker
λᾰλο-βᾰρῠ-παρα-μελο-ρυθμο-βάτης [βᾰ], ου, Dor. -ᾱς, ὁ,
- heavy-going discordant talker, Com.word in Pratin.Lyr. 1.13 (s.v.l.).