Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λεύσω
Brill-Montanari
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λευκτρίς
Λεῦκτρον
Λευκυανίας
λευκώλενος
λεύκωμα
λευκωματίζομαι
λευκωματίζω
λευκωματικός
λευκωμάτιον
λευκωματώδης
λευκών
Λεύκων
Λευκωνία
Λευκωνίδαι
Λευκωνίδης
Λευκώνιον
λευκωπίας
λευκῶπις
Λευκωσία
λεύκωσις
λευκωτής
λεῦραι
λευρός
Λεῦρος
λεύς
λεύσιμος
λευσμός
λεύσσω
λευστήρ
λευστός
λεύσω
Λεύσων
λευτον
Λευτυχίδης
λευχέανος
λευχειμονέω
λευχείμων
λευχηπατίας
λεύω
ΛΕΧ-
λεχαίνω
Λέχαιον
λεχαῖος
Λεχαῖος
λεχεποίη
λεχεποίης
λεχέρνα
λεχήρης
λεχήρια
λέχομαι
λέχος
λέχοσδε
λέχριος
λέχρις
λεχώ
λέχω
λεχῶεν
λεχωϊάς
λεχώϊος
λεχωΐς
λεχώς
…
λεύσω
Save
Brill-Montanari
Bailly 2024
λεύσω
later
for
λεύσσω.
λεύσω,
fut. de
λεύω
ou
de
λεύσσω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}