Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιθοτόμιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιθοξοεῖον
λιθοξοέω
λιθοξοϊκός
λιθοξόος
λιθοξοῦς
λιθοξύστης
λιθοπλάξ
λιθοποιέω
λιθοποιός
λιθοπρίστης
λιθοπυργία
λιθοπυρίτης
λιθόριον
λιθόρρινος
λίθος
λιθοσόος
λιθοσπαδής
λιθόσπερμον
λιθόσπορον
λιθοσσόος
λιθοστεγής
λιθόστρατος
λιθόστρωτος
λιθοσύνθετος
λιθοτέκτων
λιθοτμήτος
λιθοτομεῖον
λιθοτομέω
λιθοτομία
λιθοτομικός
λιθοτόμιον
λιθοτόμον
λιθοτόμος
λιθότομος
λιθοτράχηλος
λιθοτριβική
λιθοτριβικός
λιθουλκέω
λιθουλκία
λιθουλκόν
λιθουλκός
λιθουργεῖον
λιθουργέω
λιθουργής
λιθουργία
λιθουργικός
λιθούργιον
λιθουργός
λιθουρία
λιθουρικός
λιθοφορέω
λιθοφόρος
λιθοφρύγιον
λιθόχροος
λιθοψήκτης
λιθόψυχος
λιθόψωκτος
λιθόω
λιθρανάριον
Λίθρος
λιθώδης
…
λιθοτόμιον
Save
LSJ
λῐθοτόμ-ιον, τό,
= λιθοτόμον II.b,
Hermes
38.282.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}