Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιθότομος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιθοξόος
λιθοξοῦς
λιθοξύστης
λιθοπλάξ
λιθοποιέω
λιθοποιός
λιθοπρίστης
λιθοπυργία
λιθοπυρίτης
λιθόριον
λιθόρρινος
λίθος
λιθοσόος
λιθοσπαδής
λιθόσπερμον
λιθόσπορον
λιθοσσόος
λιθοστεγής
λιθόστρατος
λιθόστρωτος
λιθοσύνθετος
λιθοτέκτων
λιθοτμήτος
λιθοτομεῖον
λιθοτομέω
λιθοτομία
λιθοτομικός
λιθοτόμιον
λιθοτόμον
λιθοτόμος
λιθότομος
λιθοτράχηλος
λιθοτριβική
λιθοτριβικός
λιθουλκέω
λιθουλκία
λιθουλκόν
λιθουλκός
λιθουργεῖον
λιθουργέω
λιθουργής
λιθουργία
λιθουργικός
λιθούργιον
λιθουργός
λιθουρία
λιθουρικός
λιθοφορέω
λιθοφόρος
λιθοφρύγιον
λιθόχροος
λιθοψήκτης
λιθόψυχος
λιθόψωκτος
λιθόω
λιθρανάριον
Λίθρος
λιθώδης
λιθωδία
λιθωμότης
λιθώπης
…
λιθότομος
Save
Pape
λιθότομος
,
aus Stein gehauen, geschnitten
, Cyrill.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}