Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιθόριον
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιθοκτονέω
λιθοκτονία
λιθολάβος
λιθολαμπής
λιθολευστέω
λιθολεύστης
λιθολεύστησις
λιθόλευστος
λιθολογέω
λιθολόγημα
λιθολογία
λιθολόγιος
λιθολόγος
λιθομανής
λιθομανία
λιθόξεστα
λιθόξεστος
λιθοξόανος
λιθοξοεῖον
λιθοξοέω
λιθοξοϊκός
λιθοξόος
λιθοξοῦς
λιθοξύστης
λιθοπλάξ
λιθοποιέω
λιθοποιός
λιθοπρίστης
λιθοπυργία
λιθοπυρίτης
λιθόριον
λιθόρρινος
λίθος
λιθοσόος
λιθοσπαδής
λιθόσπερμον
λιθόσπορον
λιθοσσόος
λιθοστεγής
λιθόστρατος
λιθόστρωτος
λιθοσύνθετος
λιθοτέκτων
λιθοτμήτος
λιθοτομεῖον
λιθοτομέω
λιθοτομία
λιθοτομικός
λιθοτόμιον
λιθοτόμον
λιθοτόμος
λιθότομος
λιθοτράχηλος
λιθοτριβική
λιθοτριβικός
λιθουλκέω
λιθουλκία
λιθουλκόν
λιθουλκός
λιθουργεῖον
λιθουργέω
…
λιθόριον
Save
Brill-Montanari
λῐθόριον
-ου,
ὁ
[
λίθος
]
a pile of rocks
VT
(Aq.)
Ps.
78.1.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}