λοιβάσιον
λοιβ-άσιον, τό, = sq., Epich. 79 (pl.), cf. Ath. 11.486a.
λοιβάσιον -ου, τό [λοιβή ] cup for libations Epichar. 68.2 Ath. 11.486a.
λοιβάσιον, ου (τὸ) [ᾰ] c. λοιβεῖον, Epich. (Ath. 408d) ; Cléarq. (Ath. 486b).
λοιβάσιον, τό, = λοιβεῖον, Epicharm. bei Ath. IX.408c, auch XI.486b, eigentl. ᾧ τὸ ἔλαιον ἐπισπένδουσι τοῖς ἱεροῖς, während σπονδεῖον der Becher zur Weinspende sei.