Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λοιγαῖος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λογχοφόρος
λογχόω
λογχώδης
λογχωτός
λογώδης
λογωθέσιον
λόγωσις
λόε
λόεον
λοεσσ-
λοέσσαι
λοεσσάμενος
λοέσσατο
λοέσσομαι
λοετρ-
λοετρο
λοετρόν
λοετροχόος
λοετροχοός
λοέω
Λοθρόνος
λοίαξ
λοιβά
λοιβαῖος
λοιβάομαι
λοιβάσιον
λοιβάω
λοιβεῖον
λοιβή
λοιβίς
λοιγαῖος
λοιγέω
λοιγήεις
λοιγής
λοίγιος
λοιγίστρια
λοιγολαμπής
λοιγός
λοιγωντίαν
λοιγωπός
λοιδορέω
λοιδόρημα
λοιδορημάτιον
λοιδόρησις
λοιδορησμός
λοιδορητέον
λοιδορητικός
λοιδορία
λοιδορικός
λοιδορισμός
λοιδοριστής
λοίδορος
λοιδόρως
λοίθον
λοιμεύομαι
λοίμη
λοιμία
λοιμίη
λοιμικός
λοιμικῶς
λοίμιος
…
λοιγαῖος
Save
Pape
λοιγαῖος
, = λοίγιος,
v.l.
für λυγαῖος, Lycophr. 973.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}