μαγείρισσα Save LSJ Bailly 2024 Pape μᾰγείρ-ισσα, ἡ, fem. of sq., LXX 1 Ki. 8.13. μαγείρισσα, ης (ἡ) [μᾰ] cuisinière, Spt. Sam. 1, 8, 13. Étym. μάγειρος. μαγείρισσα, ἡ, = μαγείραινα, Köchin, LXX.