μαγείραινα
μᾰγείρ-αινα, ἡ,
- fem. of μάγειρος, οὐδεὶς . . μαγείραιναν εἶδε πώποτε Pherecr. 64.
μαγείραινα, ης (ἡ) [μᾰ] cuisinière, Phérécr. (Ath. 612a).
Étym. μάγειρος.
μαγείραινα, ἡ, fem. zu μάγειρος, Köchin, Pherecrat. bei Ath. XIII.612b.