Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαγειρεία
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μάγαρον
Μαγαρσός
μαγάς
Μάγας
μαγγάνα
μαγγανάριος
μαγγανεία
μαγγάνευμα
μαγγανευτήριον
μαγγανευτής
μαγγανευτικός
μαγγανεύτρια
μαγγανεύω
μαγγανοδαίμων
μάγγανον
μαγγανόω
μαγγάνωμα
μάγγων
Μαγδαλά
Μαγδαληνή
Μαγδαληνός
μαγδαλιά
μάγδωλος
Μάγδωλος
μαγδωλοφυλακία
μαγδωλοφύλαξ
Μαγεδών
μαγεία
μαγεῖον
μαγείραινα
μαγειρεία
μαγειρεῖον
μαγείρευμα
μαγειρευτικός
μαγειρεύω
μαγειρικός
μαγειρικῶς
μαγειρίσκιον
μαγειρίσκος
μαγείρισσα
μάγειρος
μαγειρώδης
μαγέτας
μάγευμα
μαγεύς
μαγευτής
μαγευτική
μαγευτικός
μαγεύω
μαγία
Μαγιαδδώ
μαγιανός
μαγίδιον
Μαγίδιον
μαγικός
μάγιν
μαγίς
μάγισσα
Μαγκῖνος
μαγκίππιον
μάγκορον
…
μαγειρεία
Save
LSJ
μᾰγειρ-εία, ἡ,
= μαγείρευμα,
Cato
ap. Fronton. p.223 N.(pl.),
Hdn.
Epim.
19.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}