μαγευτής Save LSJ Bailly 2024 Pape μᾰγ-ευτής, οῦ, ὁ, = μάγος, D.C. 52.36. μαγευτής, οῦ (ὁ) [ᾰ] magicien, DC. 52, 36. Étym. μαγεύω. μαγευτής, ὁ, = μάγος, DC. 52.36.