μαλθακτικός
μαλθακ-τικός, ή, όν,
- = μαλακτικός, πνεύμονος Hp. Acut. 53, Aret. CD 1.3.
μαλθακτικός, ή, όν, c. le préc. Hpc. 393, 49 ; 395, 33.
μαλθακτικός, erweichend, Hippocr.