μαυλίς
μαυλίς, ίδος (ἡ) [ῐδ] couteau, Nic. Th. 706.
μαυλίς, ίδος, ἡ,
1) = μαυλία.
2) das Messer, = μάχαιρα, κεφαλῆς ἀπὸ θυμὸν ἀράξαι μαυλίδι χαλκείῃ, Nic. Ther. 705 ; μαύλιες, Epigr. (XV.25).
1) = μαυλία.
2) das Messer, = μάχαιρα, κεφαλῆς ἀπὸ θυμὸν ἀράξαι μαυλίδι χαλκείῃ, Nic. Ther. 705 ; μαύλιες, Epigr. (XV.25).