μεγαλοπόλεμος
μεγαλοπόλεμος, great in war
μεγᾰλο-πόλεμος, ον,
- great in war, J. AJ 12.11.2.
μεγαλο·πόλεμος, ος, ον [ᾰ] grand à la guerre, Jos. A.J. 11, 2, 12.
μεγαλοπόλεμος, groß im Kriege, Jos.
μεγαλοπόλεμος, great in war